Punchline.gr

View Original

Μία αλησμόνητη ξενάγηση στους Δίδυμους Πύργους του 2000.

Μαζευτείτε παιδάκια γύρω από την φωτιά. Ο θείος Δημήτρης θα πει ιστορίες. Ήτανε το χριστιανικόν έτος 2000. Εγώ τότε ζούσα στην Νέα Υόρκη. Γιατί; Γιατί βολεύει την ιστορία. Αστειάκι. Γιατί ο πατέρας μου είναι καθηγητής Πανεπιστημίου, ειδικός στην ιστορία της Πορνογραφίας, και τότε δούλευε στο Κολούμπια. Ή επειδή ήταν ειδικός στην ιστορία της πορνογραφίας, ήταν Κωλούμπια;

Στο τότε σχολείο μας, ήταν σύνηθες να μας πηγαίνουν εκπαιδευτικές εκδρομές. Εκείνη τη μέρα θα πηγαίναμε στους Δίδυμους Πύργους. Ξύπνησα, πλύθηκα κι έφαγα το πρωινό μου. Δημητριακά με μικρές εκρήξεις σοκολάτας. Επειδή δεν μου άρεσαν τόσο, η μάνα μου με ξεγέλασε. Σήκωσε το κουτάλι και μου είπε:

Άνοιξε το στόμα να μπει το αεροπλανάκι”.

Αφότου τελείωσα με το πρωινό μου, έφυγα βιαστικά για το σχολείο αφήνοντας πίσω μου συντρίμμια.

Από το σχολείο πήραμε το μετρό. Το ταξίδι μας μέχρι το Μανχάταν ήταν σαν μια εκπαιδευτική εκδρομή μέσα στην εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν εκδρομή Μπαμπούσκα.

Στο μετρό μάθαμε να μην μιλάμε σε αγνώστους που τρίβουν το πέος τους σε πόρτες, να κρατιόμαστε από κάπου, γιατί η αδράνεια είναι άτιμη πουτάνα, και να μην χρησιμοποιούμε πλαστικό κουτάλι αν θέλουμε να κάνουμε ηρωίνη.

Φτάσαμε στο ισόγειο του ενός πύργου, όπου μας περίμενε ο κύριος που θα μας έκανε την ξενάγηση, εν ονόματι Sam.

Ο Sam Binla δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τόσα πολλά παιδιά ταυτόχρονα. Ήμασταν λίγο άτακτοι. Θα έλεγε κανείς, πως ο Sam μας είχε δείξει εμπιστοσύνη και εμείς την είχαμε γκρεμίσει.

Ξεκινήσαμε την ξενάγηση κάπου ανάμεσα στον 93ο και 99ο όροφο. Εκεί είχε τα γραφεία της μια εταιρία καυσίμων. Η Αλκά. Ίντα να κάνεις; Δεν γίνεται να είναι όλα ενδιαφέροντα. Μετά από διάφορες, βαρετές λεπτομέρειες συνέβη κάτι ενδιαφέρον.

Παρατήρησα έναν κύριο με κάλυμμα ματιού. Αντανακλαστικά ρώτησα τον ξεναγό αν ο εργαζόμενος ήταν πειρατής. Γέλασε και μου είπε ότι απλώς είχε χάσει το μάτι του.

Επόμενη στάση μας ήταν κάπου ανάμεσα στον 77ο και 85ο όροφο. Εκεί δούλευαν άνθρωποι με ακριβά κοστούμια και γραβάτες. Τόσο ακριβά, που αν γέμιζαν ποτέ με πολύ σκόνη θα ήταν για πέταμα. Όπως περπατούσαμε ανάμεσα από τα κουβούκλια των υπαλλήλων, που έμοιαζαν με μικρούς καπιταλιστικούς κύβους κατάθλιψης, είδα σε έναν τοίχο ένα ημερολόγιο που έγραφε 11/6. Όμως, δεν είχαμε Ιούνιο. Ο ξεναγός με καθησύχασε λέγοντας πως μάλλον κάποιος το κρέμασε ανάποδα.

Έπειτα, ανεβήκαμε στον τελευταίο όροφο του δίδυμου πύργου από όπου μπορούσαμε να δούμε όλη τη Νέα Υόρκη.

Τώρα θα μου πείτε:

“Σε ποιον από τους δύο πύργους ήσασταν Δημήτρη; Ο  ένας είναι ψηλότερος από τον άλλον.”

Δεν έχει σημασία. Πλέον έχουν και οι δύο το ίδιο ύψος. Από εκεί ψηλά, πέταξα ένα κέρμα για να δω σε πόση ώρα θα έφτανε στο έδαφος. Ο ξεναγός με πληροφόρησε πως θα μπορούσα να το υπολογίσω απλώς γνωρίζοντας το ύψος του πύργου και την επιτάχυνση του βαρυτικού πεδίου της Γης. Εγώ του απάντησα πως ήμουν 8 χρονών και, ακόμα, όταν έχεζα με σκούπιζε κάποιος άλλος. Συνέχισε απαγορεύοντάς μου να το ξανακάνω. Θα μπορούσα να είχα σκοτώσει κάποιον. Οπότε το επανέλαβα 2.995 φορές.

Η ξενάγηση τελείωσε και κατεβήκαμε στο ισόγειο. Εκεί είχε ένα ζαχαροπλαστείο. Το λέγανε Ουλμάνος. Αγόρασα την σπεσιαλιτέ τους. Μους Ουλμάνος. Πηγαίνοντας να βγω από την πόρτα, και ενώ ήμουν απορροφημένος τρώγοντας την μους μου, πάτησα κάτι το οποίο έκανε ΣΠΛΑΤΣ και γέμισαν ζουμιά τα παπούτσια μου. Ήταν το μάτι που είχε χάσει ο κύριος πειρατής. Μιλάμε για συντριβή.