Punchline.gr

View Original

Το τσιγάρο σκοτώνει. Μπάτσοι...

Νέα χρονιά. Ζωή ίδια. Δουλειά ίδια. Ακτιν...ίδια. Πόσο θα ήθελα ένα χωραφάκι στο βουνό. Μακριά απ τη βουή της πόλης, το άγχος, τις επιλογές διασκέδασης, τις επιλογές στις παρέες, τις επιλογές γενικά... Μακριά απ’ ότι ζούσαμε στην πόλη. Η αλήθεια είναι ότι ζούσαμε περίεργα χρόνια.

Ο κόσμος άλλαζε και δεν ξέραμε γιατί. Ο ουρανός είχε χάσει το χρώμα του, οι άνθρωποι τη ζωντάνια τους, τα φρούτα τη γεύση τους, το σεξ τη μαγεία του, το αφεντικό μου το μάτι του. Αυτό ξέραμε πως έγινε. Από έναν απολυμένο υπάλληλο που δεν το πήρε πολύ ψύχραιμα.

Ο κόσμος άλλαζε. Απαγορευόταν η συναλλαγή χωρίς απόδειξη. Η διαδήλωση χωρίς άδεια. Το σεξ χωρίς συναίνεση. Το διάλειμμα χωρίς τσιγάρο. Το τσιγάρο χωρίς διάλειμμα. Πολλά βράδια βασανιζόμουν από τον εφιάλτη ότι πήγαινα στη δουλειά χωρίς τσιγάρο, κάνοντας αδύνατο το διάλειμμα. Τιναζόμουνα μέσα στον ύπνο μου, κάθιδρος και τρομαγμένος, φωνάζοντας: “Τσιγάρο, ώρα για διάλειμμα”.

Πολλοί ξεκινήσαμε το κάπνισμα. Ξέραμε ότι μπορεί να μας σκοτώσει. Αλλά απολαμβάναμε κάθε ρουφηξιά. Κάθε ρουφηξιά που σε έκανε να ξεχνάς το μίζερο γραφείο σου. Κάθε ρουφηξιά από μια ζωή ξοδεμένη σε μια σκατένια πολυεθνική. Κάθε ρουφηξιά που με έκανε να μυρίζω λιγότερο το γέρικο μουνί της αφεντικίνας μου, της κυρίας Πόπινς, που έγλειφα κάθε βράδυ για να μην με απολύσει. Όσο λιγότερο μύριζα τη μυρωδιά της, τόσο περισσότερο μπορούσα να τη φαντάζομαι νεκρή. 

Μ’ αυτές τις σκέψεις κατευθύνθηκα στο μπαλκόνι του ορόφου. Ο Μενέλαος κι ο Νίκος σε μια γωνιά ψιθύριζαν, ως συνήθως. Πάντα ήθελα να ξέρω τι έλεγαν αυτοί δυο με τόσο συνωμοτικό ύφος. Αφού είπαμε τις τυπικές μαλακίες που λέγονται μεταξύ μέτρια γνωστών συναδέλφων, μπήκαν στο ψητό. Αηδίασα. Πρώτη φορά έβλεπα διπλή διείσδυση σε ψητό κοτόπουλο. 

Αλλά από αυτούς τους δύο περίμενα τα πάντα. Και δεν με απογοήτευσαν. Μου εκμυστηρεύτηκαν ότι σκοπεύουν να δολοφονήσουν την κυρία Πόπινς. Σοκαρίστηκα. Κυρίως γιατί ο Μενέλαος είχε σβήσει το τσιγάρο. Και το διάλειμμα χωρίς τσιγάρο ήταν επικίνδυνο σπορ…

Ενώ μου ανέλυαν τις λεπτομέρειες του σχεδίου, δύο σεκιουριτάδες βγήκαν από το κτήριο. Τον σημάδεψαν με τα αυτόματα στο κεφάλι και τον διέταξαν, εφόσον δεν καπνίζει, να περάσει μέσα. Με κοίταξε με νόημα αλλά υπάκουσε. Ο Νίκος, πριν σβήσει το τσιγάρο, άναψε δεύτερο. Μου έκλεισε το μάτι. “Τσιγάρο. Ώρα για διάλειμμα”. Σοκαρίστηκα, ξαφνιάστηκα, κάβλωσα. Σαν να είχε βγει απευθείας από του εφιάλτες μου. Μια φράση που είχα ξεστομίσει μόνο μέσα στο σπίτι μου και είχα εκμυστηρευτεί μόνο στη γάτα μου.  Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά.

Οι επόμενες μέρες ήταν θολές. Διακόπτονταν μόνο από τα διαλείμματα για τσιγάρο με τον Μενέλαο και τον Νίκο, όπου προετοιμάζαμε την δολοφονία. “Τσιγάρο, ώρα για διάλειμμα”, όπως μου έλεγαν κάθε φορά χαμογελώντας, ενισχύοντας τις υποψίες μου ότι  η γάτα μου μιλούσε. 

Ένα απόγευμα, γυρνώντας από τη δουλειά, την ανέκρινα. Την ρώτησα αν ξέρει τον Μενέλαο και τον Νίκο. Την ρώτησα αν τους είπε τίποτα για τους εφιάλτες μου. Την ρώτησα αν είναι δικοί της οι ψύλλοι που βρέθηκαν στα αυτιά μου. Η μόνιμη απάντηση σε κάθε ερώτημα ήταν ένα μακρόσυρτο “Νιάαααου”. Της εξήγησα ότι θεωρούσα τη συμπεριφορά της έσχατη προδοσία κι ότι δεν θα έχανα το χρόνο μου με βασανιστήρια. Την περίμενε η ποινή που αρμόζει σε κάθε προδότη. Θάνατος!

Το μοιραίο βράδυ ήρθε. Χρησιμοποίησα τα κλειδιά που μου είχε δώσει η κυρία Πόπινς για να μπαίνω στο σπίτι της για την βραδινή της αιδοιολειξία, χωρίς να υποψιαστεί ότι θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω γι’ άλλο λογο. Τόσο ακίνδυνο με θεωρούσε. Τόσο υποχείριο των ορέξεων της. Tόσο κακό στο γλειφομούνι. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ τα τρία…

Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Ένα φως μόνο έβγαινε από το δωμάτιο της. Μπουκάραμε με ορμή. Δεν μας περίμενε. Προφανώς. Την ακινητοποιήσαμε χωρίς δυσκολία. Την ενημερώσαμε ότι η απάνθρωπη συμπεριφορά της διοίκησης της εταιρείας προς το προσωπικό ήταν ο λόγος που αποφασίσαμε να την εκτελέσουμε, έτσι ώστε να στείλουμε ένα μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. Moυ έδωσαν το πιστόλι. Θα είχα την τιμή να την εκτελέσω. Τότε ακούσαμε αστυνομικές σειρήνες. Εκείνη χαμογέλασε. Μας είπε ότι πάτησε ένα κουμπί στο πάτωμα που ειδοποιούσε απευθείας το αστυνομικό τμήμα. Παγώσαμε. Έπρεπε να βιαστούμε. Όπλισα. Αλλά δίσταζα να πυροβολήσω.

Στο μυαλό μου τριγύριζε μια σκέψη. Ήθελα τσιγάρο. Και τσιγάρο σήμαινε διάλειμμα. Θα μπορούσα να το καταπιέσω. Να μην θυσιάσω μια επιτυχή διαφυγή για μια παρόρμηση της στιγμής. Αλλά από την άλλη… Τι νόημα έχει ο θρίαμβος χωρίς την παρόρμηση; Ο αγώνας χωρίς την απόλαυση; Ο αέρας χωρίς την καπνίλα; Είχα κουραστεί από μια ζωή γεμάτη αυστηρούς περιορισμούς, ανελαστικές προθεσμίες και ρουφιάνες γάτες. Κατέβασα το όπλο. Κι άναψα ένα τσιγάρο. 

Οι υπόλοιποι με κοίταξαν έκπληκτοι. Τους χαμογέλασα. “Τσιγάρο. Ώρα για διάλειμμα”, τους είπα κλείνοντας το μάτι. Έτρεξαν στην πόρτα για να σώσουν τα μίζερα κουφάρια τους. Η κυρία Πόπινς με κοιτούσε έκπληκτη. Τότε, οι μπάτσοι μπήκαν από την είσοδο. Μου φώναξαν να πετάξω το όπλο. Το έκανα χωρίς δισταγμό. Τους ζήτησα πριν με συλλάβουν, να με αφήσουν να τελειώσω το τσιγάρο μου. Είδα την κυρία Πόπινς να γνέφει καταφατικά προς το μέρος τους. Δέχτηκαν την απαίτηση μου. 

Κάνοντας την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο, πέταξα την καύτρα στο χαλί, αξίας κάποιων χιλιάδων δολαρίων. Άκουσα την κυρία Πόπινς να ουρλιάζει: “Σκοτώστε τον”. Τα σκυλιά έκαναν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Υπάκουσαν στο αφεντικό τους. Καθώς ένιωθα τις σφαίρες να καρφώνονται μέσα μου, ανακουφισμένος σκεφτόμουνα ότι τουλάχιστον ο εθισμός μου στο τσιγάρο δεν μου είχε προκαλέσει ανικανότητα.