Punchline.gr

View Original

Ιστορίες του Κώστα: «Δε μένω κάπου συγκεκριμένα. Μου αρέσει να είμαι ελεύθερος»

Είμαι ο Κώστας. Οι γονείς μου δεν είχαν γούστο, φαντασία και σίγουρα καθόλου μητρικό και πατρικό ένστικτο. Με παράτησαν, όταν ήμουν μωρό. Μεγάλωσα μόνος, στο δρόμο.

Είμαι το όνειρο κάθε έλληνα ράπερ. Το έζησα στα στενά, το κράτησα ζωντανό κι έκανα λίγο representing, freestyle, crew χωρίς κέτσαπ. Δεν έχω να δώσω συμβουλές ζωής. Το μόνο που έχω, είναι ιστορίες.

 Δεν έχω φάει εδώ και δέκα μέρες.  Κάνω τη δίαιτα του αέρα. Εισπνέω για ένα λεπτό και καταπίνω. Μ! Γεύση κοτόπουλο. Ή άνθρωπος. Λένε ότι είναι ίδια. Θα ήθελα να ξέρω ποιος και πώς έκανε αυτή την παρατήρηση.

Δε μένω κάπου συγκεκριμένα. Μου αρέσει να είμαι ελεύθερος.

Έκανα και φυλακή. Δεν ήταν άσχημα στη Νιγρήτα Σερρών. Περίμενα δολοφόνους, ξύλο και σαπούνι, αλλά βρήκα αγρότες, γέρους και σίγουρα δε μύριζε σαπούνι.

Η φυλακή είναι σαν τον στρατό. Σε κάνει άντρα και γνωρίζεις ανθρώπους.

Εκεί συνάντησα τον Μάρκο, τον αρχιτέκτονα. Δεν  τον έλεγαν Μάρκο και δεν ήταν αρχιτέκτονας. Ήταν προπονητής ποδοσφαίρου στο Διδυμότειχο. Μία από αυτές τις ομάδες που έμοιαζε περισσότερο με τάγμα λοκατζήδων σε σήψη, παρά με αθλητές έβδομης κατηγορίας, που ζουσαν το παιδικό όνειρο της δόξας στα πενήντα επτά τους.

Ο Μάρκος ήταν και θεατρικός παραγωγός. Ανέβασε το όνειρο θερινής νυκτός σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, σε μεταμοντέρνα διασκευή με ένα κουτάλι της σούπας δέκατη εντολή. Σύμφωνα με τον ίδιο, η παράσταση ήταν sold out και τις δυόμιση φορές που ανέβηκε σε επαρχιακό θεατράκι στη Λάρνακα.  
«Με μπαγλάροσαν για φοροδιαφυγή. Συκοφαντίες και σκατά στα μούτρα τους», έλεγε αντί για καλημέρα.

Εικάζω ότι αναφερόταν στον αξιότιμο δικαστή και στο σεβαστό σύστημα δικαιοσύνης μας, θεωρώντας πως τον αδίκησαν. Μεταξύ μας, συνελήφθη, γιατί έδερνε τη γυναίκα του, την κυρία Τούλα, άλλοτε γνωστή ως γοργόνα των Τεμπών.

Πάντα πίστευα ότι δεν πρέπει να ασκούμε βία σε γυναίκες. Τις φοβάμαι.

Δεν έχω λεφτά για δώρα, ποτά ή προφυλακτικά. Έλκω γυναίκες με άλλο τρόπο. Ρωτήστε την Κατερίνα, την χορεύτρια. Ήταν όμορφη, ψηλή, ξανθιά και λεσβία. Ήμουν ο τελευταίος άντρας της.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν ήμασταν παντρεμένοι, απλώς κάναμε σεξ εκτός γάμου, επειδή μου αρέσει το ρίσκο. Φαινόταν να το απολαμβάνει.
«Σε εκλιπαρώ, μην τελειώσεις ακόμη», φώναζε.

Αχόρταγη. Μια μέρα μου ανακοίνωσε πως αξίζω καλύτερα. Το ίδιο μου είπε ο Μάρκος, όταν μου πρότεινε να είμαι θύμα εμπορίου λευκής σαρκός. Αρνήθηκα, διότι το βρίσκω ρατσιστικό.

Είμαι ο Κώστας. Άνεργος, άστεγος και με χωρίς φίλους. Όμως έχω άπλετο, ελεύθερο χρόνο, είμαι λεπτός κι έχω γάτες και πολλές ιστορίες.